Ονειρεύτηκα πως ανηφόρα ανέβαινα,
σε βράχο σκαλισμένη
κι ήταν η θάλασσα γκρεμός.
Ξάπλωσα στις άκρες του,
κοιτούσα το κενό...
Ο ορίζοντας έγινε κόκκινος
κι άπλωνε δάχτυλα χρωματιστά
πάνω στα μάτια μου.
Έβαλα τα χέρια προσκεφάλι και σκέφτηκα...
Όλα εικόνες έγιναν,
ανάσες και τρέμουλα,
τα κύματα έβρασαν,
ο αέρας σκούρο μέλι
κι ο βράχος μου μίλαγε...
Έβλεπα πράγματα παράξενα,
πουλιά σε χρυσά ασκιά κλεισμένα
ψάρια να οδηγούν καράβια
φλόγες από φωτιές βρεγμένες
και ένα ξερό δέντρο να γελά...
Κόλαση ή παράδεισο συνάντησα,
δάγκωσα τον άνεμο
ήπια τη θάλασσα
έφαγα τις πέτρες
και,
μετάλαβα τον ύπνο το βαθύ...