Άσκοπα ότι έφυγες, μη θεωρήσεις,
τους βάτους ότι πέρασες, δίχως να πατήσεις
το κέρμα δείχνοντας στο στόμα του βαρκάρη,
να σε περάσει απέναντι σαν χάρη.
Ότι νερό κουβάλησες στη χούφτα
και μου `δωσες να πιω,
τον ύπνο ότι χάρισα στη νύχτα
-καβάλησ` άστρο λαμπερό-
ότι το ίχνος του πατέρα σου νωπό,
στις γούβες σου απ` τα πέλματα
... στην άμμο μου πατώ,
ότι το τρόπο έδειξες στις φλέβες να κυλά
-λεύτερο αίμα σπάζοντας δεσμά-
είναι το κέρμα που στο στόμα κουβαλάς
και που πληρώνει αιώνια το βαρκάρη.
Κλείνω τα μάτια σου, δωσ` μου τη χάρη,
να σεργιανίσω μες της σκέψης σου το τρόμο,
να μη σταθώ, μα να διαβώ
του λυτρωμού που ταξιδεύω χρόνο.
Φιλώ τα χέρια σου, δώσε μου το στάρι
-στου σεβασμού σου τη σκιά που ζώ-
δείχνοντας όλο και πιο μπροστά το δρόμο…
να ζήσω σπέρνοντας και, να χαθώ ...