Τα χάδια σου
δεν μπόρεσαν ν’ αγγίξουν τη ψυχή μου,
μείναν αχνάρια και σκιές
επάνω στο κορμί μου,
να μου θυμίζουνε βραδυές του Έρωτα,
εκείνου που πονάει.
Έρωτα βασανιστικού
σε πρόχειρο ντιβάνι,
Που μας ταξίδευε αργά,
σε βρώμικο λιμάνι.
Σαν μεθυσμένοι ναυτικοί,
νοιώθαμε την ορφάνια,
να κυριεύει τις καρδιές
που δίψαγαν γι’ αγάπη,
κι’ όταν ξεθύμενε η ορμή,
και οι δυο στη λάσπη,
γεμάτοι απόγνωση ψάχναμε μήπως βρούμε
κάποια διέξοδο στο βούρκο αυτού του πάθους.
Μα ήταν μια λέξη αρκετή
και πάλι να βυθιστούμε
Κι’ έγινε τούτη η απόφαση,
δικαίωμα του λάθους